Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Michael Longley’

Όταν ο λαμπερός Έκτορας πήγε να σηκώσει τον γιο του, το νήπιο

Στριφογύρισε κι έχωσε το κεφάλι στα στήθη της νταντάς του

Κι έβγαλε μια κραυγή, τρομαγμένος απ’ τον πατέρα του, από τον αστραφτερό χαλκό

Και το εφιαλτικό γνέψιμο του αλογότριχου λοφίου.

Ο μπαμπάς του γέλασε, η μαμά του γέλασε, και ο μπαμπάς του

Έβγαλε την περικεφαλαία και την άφησε στο χώμα ν’ αστράφτει,

Ύστερα φίλησε το μωρό και το έπαιξε στα χέρια του και

Προσευχήθηκε ο γιος του, μεγαλώνοντας, να γίνει πιο αιμοδιψής από τον ίδιο.

(Michael Longley, μτφ. Χάρης Βλαβιανός)

Read Full Post »

Αν σ’ ένα βράχο όπου τα βουερά ποτάμια συναντώνται, ο Αχέρων,

Ο Πυριφλεγέθων, ο Κωκυτός, παραπόταμος της Στυγός, σκάψεις

Ένα λάκκο, κάθε πλευρά γύρω στον έναν πήχη, απ’ τις αρθρώσεις των δαχτύλων ως τον αγκώνα,

Και θυσιάσεις ένα κριάρι κι ένα μαύρο αμνό, που τα κεφάλια τους γέρνουν

Προς το απώτατο σκοτάδι, ενώ εσύ κοιτάζεις το νερό,

Κι αρχίσουν να συρρέουν τόσες πολλές ψυχές αναιμικών νεκρών

Που μακριά απ’ το αίμα μόνο με τη λόγχη σου μπορείς να τις κρατήσεις

Κι αναγνωρίσεις ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς τη μητέρα σου,

Και αν, αφού της δώσεις αίμα να πιει και της μιλήσεις για την πατρίδα,

Ορμήσεις τρεις φορές να την αγκαλιάσεις και τρεις φορές

Εκείνη σαν σκιά ή σαν ιδέα χαθεί μέσα απ’ τα χέρια σου

Και τη ρωτήσεις γιατί αποφεύγει το άγγιγμά σου και ξεσπάσεις σε λυγμούς

Γιατί εδώ μπρος στα μάτια σου είναι η μητέρα σου κι ακόμη κι εδώ, στον Άδη

Θα μπορούσατε να παρηγορηθείτε μ’ ένα τρεμάμενο αγκάλιασμα,

Άραγε θα σου πει ότι οι τένοντες δεν συγκρατούν πια τη σάρκα

Και τα οστά της, ότι τα αφάνισε η αμείλικτη φωτιά,

Ότι η ψυχή δραπετεύει σαν όνειρο και φτερουγίζει στον ουρανό,

Ότι αυτό συμβαίνει στα ανθρώπινα πλάσματα όταν πεθαίνουν;

(Michael Longley, μτφ. Χάρης Βλαβιανός)

Read Full Post »