Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Θανάσης Τριαρίδης’

Σαν στάθηκε ο Πάτροκλος απέναντι στον Έκτορα

κάπου εκεί, στ’ απομεσήμερο της ματωμένης μέρας,

μούγγα τρανή απλώθηκε στο δωδεκάθεο:

Μαχαίρι κόπηκαν τα όλε και τα μπράβο, αγόρι μου

κι ας έκαναν μεγάλο γούστο μέχρι τότε οι αθάνατοι

με τη φάρσα του πιτσιρικά

που από γιουσουφάκι του Αχιλλέα

γύρεψε κι αυτός μια μέρα δόξας.

(Γιατί – γενικώς και αορίστως – πολύ διασκεδάζουν οι θεοί

με τους ανθρώπους που σκοτώνονται στην πεδιάδα.)

Μα τώρα δα τα πράγματα είχανε σοβαρέψει:

Ο Έκτορας ζυγώνει σαν τον κάβουρα·

ταμένο το ‘χει να πολεμήσει με τον Αχιλλέα,

για δέκα χρόνια πλαγιάζει και ξυπνάει με τούτηνα τη σκέψη.

Κι αλίμονο, είναι πολεμιστής δεινός, δεν ήταν Σαρπηδόνας

να φάει φούμο από τα γυαλισμένα τ’ άρματα.

Που λες, δαγκώθηκαν οι θεοί –

γιατί αμφιβολία δεν υπήρχε:

Το συμπαθητικό παλικαράκι θα έτρωγε χώμα,

α, κρίμα, πόσο κρίμα.

Μεμιάς τότε ο Δίας έγνεψε με τα μάτια του Ερμή

να πάει να λυτρώσει την κατάσταση –

είχαν να σκοτωθούν πολλοί τη μέρα εκείνη,

η πλήξη των θεών θα ταϊζόταν με το παραπάνω·

ο Πάτροκλος ας γλύτωνε…

Ευθύς αμέσως ο Ερμής βρέθηκε στο πλάι του Πατρόκλου

και χύμα τού τα ‘πε του μικρού:

«Εντάξει, νεαρέ, το ‘κανες το κομμάτι σου

κι έδωσες μεγάλο ενδιαφέρον στην ημέρα –

μα τώρα είναι η ώρα για να στρίβεις.

Μπροστά στον Έκτορα δε λέει να σταθείς –

κομμάτια  θα σε κάνει, κακομοίρη μου.

Γι’ αυτό σου λέω: εδώ και τώρα βγάλε την περικεφαλαία του Αχιλλέα,

φώναξε δυνατά έ κ π λ η ξ η! – για να το δούνε όλοι

πως δεν είσαι του Πηλέα ο γιος –

κι άρχισε να χασκογελάς, τάχα πως έκανες αστείο.

Έτσι μονάχα θα γλυτώσεις –

τι στο καλό, δε θα το καταδεχτεί ο πρώτος των Τρώων

να πολεμήσει με μια παλλακίδα των Αχαιών…»

Α, κρίμα στη φήμη του Ερμή:

Τα λόγια του διπλά τον φρούμαξαν τον Πάτροκλο.

Τίναξε σαν τρελός το κεφάλι μπρος ο γιος του Μενοίτιου –

νόμιζες πως είχε πυρώσει η περικεφαλαία που φορούσε:

«Αν είσαι άντρας, Έκτορα, έλα,

να βρεις τον θάνατο από το χέρι άντρα…»

Έτσι ούρλιαξε – και μονομιάς

Χύμηξε ο μαύρος στον χαμό του.

Και σαν το αρνί τον σουβλίζει των Τρώων ο αρχηγός·

το αίμα του χοχλακιστό ποτίζει τη ματωμένη πεδιάδα.

Και εξημμένοι βλέπουν οι αθάνατοι.

Κάποτε σηκώνει τα χέρια του ο Δίας και σταματά τη μάχη·

είναι πολλές οι αναπάντεχες οι συγκινήσεις της ημέρας –

αύριο πάλι.

Θανάσης Τριαρίδης, Ich bebe· όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα

Read Full Post »