Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γιάννης Ρίτσος’

Δεν ήτανε πως δεν τον γνώρισε στο φως της παραστιάς· δεν ήταν

τα κουρέλια του επαίτη, η μεταμφίεση, – όχι· καθαρά σημάδια:

η ουλή στο γόνατό του, η ρώμη, η πονηριά στο μάτι. Τρομαγμένη,

ακουμπώντας τη ράχη της στον τοίχο, μια δικαιολογία ζητούσε,

μια προθεσμία ακόμη λίγου χρόνου, να μην απαντήσει,

να μην προδοθεί. Γι’ αυτόν, λοιπόν, είχε ξοδέψει είκοσι χρόνια,

είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων, για τούτον τον άθλιο,

τον αιματόβρεχτο ασπρογένη; Ρίχτηκε άφωνη σε μια καρέκλα,

κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες στο πάτωμα, σαν να κοιτούσε

νεκρές τις ίδιες της επιθυμίες. Και: «καλωσόρισες», του είπε,

ακούγοντας ξένη, μακρινή, τη φωνή της. Στη γωνιά, ο αργαλειός της

γέμιζε το ταβάνι με καγκελωτές σκιές· κι όσα πουλιά είχε υφάνει

με κόκκινες λαμπρές κλωστές σε πράσινα φυλλώματα, αίφνης,

τούτη τη νύχτα της επιστροφής, γυρίσαν στο σταχτί και μαύρο

χαμοπετώντας στον επίπεδο ουρανό της τελευταίας της καρτερίας.

Γιάννης Ρίτσος, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα

Read Full Post »

Η μήνις

Έκλεινε τα μάτια στον ήλιο. Έβρεχε τα πόδια του στη θάλασσα. Πρόσεξε

πρώτη φορά την έκφραση των χεριών του. Μια κρυφή κούραση

φαρδιά σαν την ελευθερία. Απεσταλμένοι

πήγαιναν κ’ έρχονταν, φέρνοντας δώρα και υποσχέσεις,

τάζοντας τίτλους και λάφυρα ανώτερα. Αυτός, αμετάπειστος,

παρατηρούσε ένα καβούρι ν’ ανεβαίνει τρεκλίζοντας σ’ ένα χαλίκι

αργά, καχύποπτα, κι ωστόσο επίσημα, σα ν’ ανηφόριζε την αιωνιότητα.

Δεν ξέραν πως η μήνις ήταν απλώς ένα πρόσχημα.

(Γιάννης Ρίτσος, Μαρτυρίες, β΄)

Read Full Post »