Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Σαν στάθηκε ο Πάτροκλος απέναντι στον Έκτορα

κάπου εκεί, στ’ απομεσήμερο της ματωμένης μέρας,

μούγγα τρανή απλώθηκε στο δωδεκάθεο:

Μαχαίρι κόπηκαν τα όλε και τα μπράβο, αγόρι μου

κι ας έκαναν μεγάλο γούστο μέχρι τότε οι αθάνατοι

με τη φάρσα του πιτσιρικά

που από γιουσουφάκι του Αχιλλέα

γύρεψε κι αυτός μια μέρα δόξας.

(Γιατί – γενικώς και αορίστως – πολύ διασκεδάζουν οι θεοί

με τους ανθρώπους που σκοτώνονται στην πεδιάδα.)

Μα τώρα δα τα πράγματα είχανε σοβαρέψει:

Ο Έκτορας ζυγώνει σαν τον κάβουρα·

ταμένο το ‘χει να πολεμήσει με τον Αχιλλέα,

για δέκα χρόνια πλαγιάζει και ξυπνάει με τούτηνα τη σκέψη.

Κι αλίμονο, είναι πολεμιστής δεινός, δεν ήταν Σαρπηδόνας

να φάει φούμο από τα γυαλισμένα τ’ άρματα.

Που λες, δαγκώθηκαν οι θεοί –

γιατί αμφιβολία δεν υπήρχε:

Το συμπαθητικό παλικαράκι θα έτρωγε χώμα,

α, κρίμα, πόσο κρίμα.

Μεμιάς τότε ο Δίας έγνεψε με τα μάτια του Ερμή

να πάει να λυτρώσει την κατάσταση –

είχαν να σκοτωθούν πολλοί τη μέρα εκείνη,

η πλήξη των θεών θα ταϊζόταν με το παραπάνω·

ο Πάτροκλος ας γλύτωνε…

Ευθύς αμέσως ο Ερμής βρέθηκε στο πλάι του Πατρόκλου

και χύμα τού τα ‘πε του μικρού:

«Εντάξει, νεαρέ, το ‘κανες το κομμάτι σου

κι έδωσες μεγάλο ενδιαφέρον στην ημέρα –

μα τώρα είναι η ώρα για να στρίβεις.

Μπροστά στον Έκτορα δε λέει να σταθείς –

κομμάτια  θα σε κάνει, κακομοίρη μου.

Γι’ αυτό σου λέω: εδώ και τώρα βγάλε την περικεφαλαία του Αχιλλέα,

φώναξε δυνατά έ κ π λ η ξ η! – για να το δούνε όλοι

πως δεν είσαι του Πηλέα ο γιος –

κι άρχισε να χασκογελάς, τάχα πως έκανες αστείο.

Έτσι μονάχα θα γλυτώσεις –

τι στο καλό, δε θα το καταδεχτεί ο πρώτος των Τρώων

να πολεμήσει με μια παλλακίδα των Αχαιών…»

Α, κρίμα στη φήμη του Ερμή:

Τα λόγια του διπλά τον φρούμαξαν τον Πάτροκλο.

Τίναξε σαν τρελός το κεφάλι μπρος ο γιος του Μενοίτιου –

νόμιζες πως είχε πυρώσει η περικεφαλαία που φορούσε:

«Αν είσαι άντρας, Έκτορα, έλα,

να βρεις τον θάνατο από το χέρι άντρα…»

Έτσι ούρλιαξε – και μονομιάς

Χύμηξε ο μαύρος στον χαμό του.

Και σαν το αρνί τον σουβλίζει των Τρώων ο αρχηγός·

το αίμα του χοχλακιστό ποτίζει τη ματωμένη πεδιάδα.

Και εξημμένοι βλέπουν οι αθάνατοι.

Κάποτε σηκώνει τα χέρια του ο Δίας και σταματά τη μάχη·

είναι πολλές οι αναπάντεχες οι συγκινήσεις της ημέρας –

αύριο πάλι.

Θανάσης Τριαρίδης, Ich bebe· όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα

Να γυρίσεις; Ας γυρίσει όποιος έχει

στα όσα χρόνια κι από τέτοιο ένα ταξίδι

κουραστεί απ’ την πορεία και τη λαχτάρα

της γης του, του σπιτιού του, των φίλων του,

της αγάπης, που πιστή τον περιμένει.

Μα εσύ; Να γυρίσεις; Μην το σκέφτεσαι,

παρά τράβα μπροστά ελεύθερος,

διαθέσιμος για πάντα, νιος ή γέρος,

χωρίς γιο να σε ψάχνει όπως τον Οδυσσέα,

χωρίς Ιθάκη ή Πηνελόπη να σε καρτεράνε.

Τράβα, τράβα μπροστά και μη επιστρέφεις,

πιστός στο δρόμο και στη ζωή σου μέχρι τέλους.

Μη νοσταλγείς μια μοίρα, που ‘ναι πιο εύκολη·

τα πόδια σου στη γη που πριν  δεν πάτησες,

τα μάτια σου σ’ αυτό που πριν δεν είδες.

Λουίς Θερνούδα (μτφ. Ηλίας Ματθαίου)

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,

που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,

άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·

η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.

Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,

την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν

τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-

μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-

ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-

εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων

αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»

είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·

καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου

δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.

Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας

πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των

σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». – Όμως τα δάκρυά των

για του θανάτου την παντοτεινή

την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.
(Κ. Π. Καβάφης)

 

Τότε λοιπόν για τη θάλασσα κάτω τραβήξαμε και

Πρώτα το καράβι ερύσαμε κατά τα κύματα των θεών,

Στήσαμε ιστό, ανοίξαμε ιστία στο μαυροκάραβο,

Πήραμε πρόβατα, και μαζί τα κορμιά μας αυτά,

Βαριά το δάκρυ τους, και κατάπρυμος άνεμος

Μάς πήρε ούριος ίσα να πάμε πλησίστιοι πέρα,

Έργο της Κίρκης τα λόγια, θεάς καλλιπλόκαμης.

Καταμεσής εκαθίσαμε, κυβερνήτης ο άνεμος

Πανιά γεμάτα και ποντοπορεύαμε όλη τη μέρα.

Ο ήλιος έγειρε, γύρω η θάλασσα ίσκιωσε πάσα,

Κι ήταν του Ωκεανού τα βαθύρροα πέρατα,

Όπου ανδρών Κιμμερίων η χώρα και η πολιτεία

Καλυμμένη αέρα και σύννεφο, που δε χάραξαν

Ποτέ του φαέθοντα ήλιου αχτίδες γυρίζοντας

Προς ουρανόν αστερόεντα ή κατά γης ουρανόθεν,

Κατασκότεινη νύχτ, κακορόζικη σκέπη.

Παρά ρουν ωκεάνιο, φτάσαμε τότε στον τόπο

Που είχε προείπει η Κίρκη.

Εδώ συλλειτούργησαν, Περιμήδης κι Ευρύλοχος,

Και τραβώντας εγώ κοφτερό σπαθί απ’ το μηρό μου

Έσκαψα όρυγμα στο χώμα ισόπλευρο, πυγούσιο·

Και χοές τότε χύσαμε για τον κάθε νεκρό μας

Πρώτα μελίκρατο, γλυκό κρασί και νερό μ’ άσπρο αλεύρι.

Στου θανάτου τα κάτισχνα πρόσωπα υποσχέθηκα,

Σαν στην Ιθάκη, στείρο βουβάλι και το άριστο

Θα θυσιάσω, θα ρίξω πολλά τ’ αγαθά στην πυρά

Και θα σφάξω ένα μαύρο του Τειρεσία τραγί.

Καταμέλανα αίματα εκύλησαν τότε στο λάκκο,

Από τον Έρεβο κακοθάνατα έθνη νεκρών,

Νύφες και έφηβοι, γέροι που είχαν τραβήξει πολλά·

Ψυχές παρθένων με το πένθος σημάδι νωπό,

Άντρες πολλοί στο χαλκό χαλασμένοι, λείψανα μάχης,

Κουβαλώντας ακόμα τα αιμόρρανα όπλα του Άρη,

Άλλοθεν άλλος περισυνάχτηκαν· με ιαχές

Τρομερές, χλωμός, έκραξα να φέρουνε κι άλλα ζώα.

Σφάξαμε ανήλεα πρόβατα στο χαλκό μας κοπάδια·

Δέρατα κάψαμε, προσευχηθήκαμε στους θεούς μας,

Πλούτωνα τον κραταιό, Περσεφόνη την παινεμένη.

Ξίφος γυμνό και πάσχιζα να μην πλησιάσουν

Των ψυχών τα παράφορα πρόσωπα και τ’ ανήμπορα,

Ως ν’ ακουστεί ο Τειρεσίας.

Ήρθε όμως πρώτος ο Ελπήνωρ, φίλος Ελπήνωρ,

Άταφος, καταγής πεταμένος,

Σώμα που αφήσαμε στα παλάτια της Κίρκης,

Ασαβάνωτος, άκλαυτος, άλλα επείγανε τότε.

Ηλίθιε, φτωχέ μου. Κι είπα φωνάζοντας λόγια πτερόεντα:

«Ήρθες, Ελπήνορα, στη ζοφερή καταχνιά; Πώς;

Πεζοπορώντας πρόφτασες τα καράβια μας;»

            Κι ώμοξε αυτός λόγια βαριά:

«Κακοτυχιά μου, κρασί αθέσφατο. Αποκοιμήθηκα στης Κίρκης

Την παραστιά. Πώς να κατέβω μεγάλη σκάλα, δε νόησα,

Έπεσα καταντικρύ μου, χτύπησα δοκό,

Θρύμματα ο αυχένας μου, κάτω η ψυχή μου του Άδη.

Άκου με όμως, Άνακτα συ, άκλαυτο, άταφο, θυμήσου με,

Όσα τα όπλα μου κάνε σωρό, ακροθαλάσσιο σήμα να λέει:

Άμοιρος άνθρωπος, όνομα εσσόμενο.

Και στον τύμβο στήσε το κουπί που ελάμναμε».

Κι ήρθε η Αντίκλεια, την απόδιωξα, και τότε ο Θηβαίος Τειρεσίας,

Με το σκήπτρο χρυσό, εγνώρισέ με και πρώτος είπε:

«Τι πάλι, δύστηνε; Κακό ριζικό σου,

Άτερπνης χώρας ανήλια πρόσωπα ν’ αντικρίζεις;

Αλλ’ άμε και άσε με να πιω το αίμα,

Να ειπώ χρησμό».

            Και πισωδρόμησα,

Ήπιε το αίμα, δυνάμωσε κι είπε: «Οδυσσεύς

Νοστεί, παρά του θεού το θυμό, σε πόντο ιοειδέα

Ολέσας πάντας εταίρους». Και τότε η Αντίκλεια ήρθε.

Αναπαύου, Divus, τελευτήσω τε και έρξω: Andreas Divus,

In officina Wecheli, 1538, από Ομήρου, εννοώ.

Κι αρμένισε πέρα, down and onward and away, Σειρήνες πέρασε

Κατά την Κίρκη.

            Venerandam,

Φράσεις Kρητός, χρυσοστέφανον Αφροδίτην

Cypri munimenta sortita est, γλυκυμείλιχε, orichalchi, με χρυσά

Ανθέμια και στήθους κόμσημα, ελικοβλέφαρε συ,

Με τη ράβδο χρυσή του Αργειφόντη. Ώστε:

(Έζρα Πάουντ, μτφ. Γιώργος Βάρσος)

Έκλεινε τα μάτια στον ήλιο. Έβρεχε τα πόδια του στη θάλασσα. Πρόσεξε

πρώτη φορά την έκφραση των χεριών του. Μια κρυφή κούραση

φαρδιά σαν την ελευθερία. Απεσταλμένοι

πήγαιναν κ’ έρχονταν, φέρνοντας δώρα και υποσχέσεις,

τάζοντας τίτλους και λάφυρα ανώτερα. Αυτός, αμετάπειστος,

παρατηρούσε ένα καβούρι ν’ ανεβαίνει τρεκλίζοντας σ’ ένα χαλίκι

αργά, καχύποπτα, κι ωστόσο επίσημα, σα ν’ ανηφόριζε την αιωνιότητα.

Δεν ξέραν πως η μήνις ήταν απλώς ένα πρόσχημα.

(Γιάννης Ρίτσος, Μαρτυρίες, β΄)

Αν σ’ ένα βράχο όπου τα βουερά ποτάμια συναντώνται, ο Αχέρων,

Ο Πυριφλεγέθων, ο Κωκυτός, παραπόταμος της Στυγός, σκάψεις

Ένα λάκκο, κάθε πλευρά γύρω στον έναν πήχη, απ’ τις αρθρώσεις των δαχτύλων ως τον αγκώνα,

Και θυσιάσεις ένα κριάρι κι ένα μαύρο αμνό, που τα κεφάλια τους γέρνουν

Προς το απώτατο σκοτάδι, ενώ εσύ κοιτάζεις το νερό,

Κι αρχίσουν να συρρέουν τόσες πολλές ψυχές αναιμικών νεκρών

Που μακριά απ’ το αίμα μόνο με τη λόγχη σου μπορείς να τις κρατήσεις

Κι αναγνωρίσεις ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς τη μητέρα σου,

Και αν, αφού της δώσεις αίμα να πιει και της μιλήσεις για την πατρίδα,

Ορμήσεις τρεις φορές να την αγκαλιάσεις και τρεις φορές

Εκείνη σαν σκιά ή σαν ιδέα χαθεί μέσα απ’ τα χέρια σου

Και τη ρωτήσεις γιατί αποφεύγει το άγγιγμά σου και ξεσπάσεις σε λυγμούς

Γιατί εδώ μπρος στα μάτια σου είναι η μητέρα σου κι ακόμη κι εδώ, στον Άδη

Θα μπορούσατε να παρηγορηθείτε μ’ ένα τρεμάμενο αγκάλιασμα,

Άραγε θα σου πει ότι οι τένοντες δεν συγκρατούν πια τη σάρκα

Και τα οστά της, ότι τα αφάνισε η αμείλικτη φωτιά,

Ότι η ψυχή δραπετεύει σαν όνειρο και φτερουγίζει στον ουρανό,

Ότι αυτό συμβαίνει στα ανθρώπινα πλάσματα όταν πεθαίνουν;

(Michael Longley, μτφ. Χάρης Βλαβιανός)

Σωστό και χρήσιμο είναι, ξεκινώντας την ανάγνωση και μελέτη των ομηρικών επών, να προηγηθεί μια κατά το δυνατόν σύντομη διήγηση του περιεχομένου τους. Με αυτόν τον τρόπο κάθε επεισόδιο της Ιλιάδας ή της Οδύσσειας που θα παρουσιάζεται και θα αναλύεται ή και μόνο θα αναφέρεται στο εξής θα μπορεί εύκολα να ενταχθεί από τον αναγνώστη στο ευρύτερο πλαίσιο του έπους όπου ανήκει. Και η ανάγνωση θα καταστεί έτσι πιο ευχερής και, συνεπώς, απολαυστικότερη και επωφελέστερη.

Η καταλληλότερη, νομίζω, περιληπτική παρουσίαση των δύο επών είναι αυτή που περιέχεται στο βιβλίο του Γιώργου Χουλιάρα «Fast Food Classics (Στίχοι ταχυφαγείων, 1992)», η οποία τώρα υπάρχει στη συγκεντρωτική έκδοση «Δρόμοι της Μελάνης». Ιδού:

 Κλασικές περιλήψεις

 ΙΛΙΑΣ

 Έφυγαν.

 

 ΟΔΥΣΣΕΙΑ

 Γύρισε.

 [Γιώργος Χουλιάρας, Δρόμοι της μελάνης]