Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Οδύσσεια’ Category

Ο Δούρειος

Σαν μια σκέψη μες στον γενικότερο χαμό της σκέψης

ή σαν ειρωνεία της μυθιστορίας,

ο ίππος τσούλησε μέσα στο άπαρτο κάστρο της Τροίας

στυφό κουκούτσι μέσα στο καΐσι,

ομίχλη σε αργό αέρα,

άλλο αντί για άλλο.

Απίστευτο να μη του πήραν είδηση,

η κατασκευή τους δεν ήταν άψογη

κι η απόκρυψη των κομάντος όχι τέλεια –

έμπαζε από παντού

και κολλώντας το αφτί άκουγες τις πνιχτές ανάσες

και το βάρος των κορμιών στο κοίλο,

ή σύρσιμο πάνω στο ξύλο

αν και είχαν στρώσει την κοιλιά για ηχομόνωση,

χώρια ότι από τα τελειώματα έβγαινε μπόχα απλυσιάς.

Ένας Τρώας ή μια γυναίκα εκεί,

με μυαλό και όσφρηση, και με την έκτη αίσθηση της εποχής

θα το μυριζόταν ότι οι Αχαιοί είχαν κοντέψει

σ’ απόσταση αναπνοής.

Οι Τρώες, που εγώ τους έζησα στο δημοτικό

στ’ αριστερά θρανία, δεν ξεγελιούνταν.

Απλά δεν αντέχαν κι άλλη παράταση,

έπρεπε να τελειώνει αυτή η ιστορία

για να ξεκινήσει το επόμενο Έπος.

(Μίμης Σουλιώτης, Υγρά)

Advertisements

Read Full Post »

Ραψωδία

Όμηρε θείε, των καιρών χαρά και δόξα!

Στην κρυάδα του σκολειού και του θρανίου τη γύμνια

Όταν μπροστά μου σ’ απιθώσαν του δασκάλου

Τ’ άχαρα χέρια, ως μεγαλόχαρο βιβλίο,

Σε καρτερούσα μάθημα, κ’ εσύ ήρθες θάμα.

Κι άνοιξε μέσα μου ουρανός πλατύς καθάριος

Και πέλαγου ζαφείρι σμαραγδοσπαρμένο,

Και το θρανίο σα να ‘γινε παλατιού θρόνος,

Και κόσμος το σκολειό κι ο δάσκαλος προφήτης.

Διάβασμ’ αυτό δεν ήταν, νόημα δεν ήταν,

Όραμα ήταν κι άκουσμα ήταν χωρίς ταίρι. –

Στη σπηλιά τη μεγάλη που την τριγυρίζει

Δάσος βαθύ από λεύκες κι από κυπαρίσσια,

Στη σπηλιά τη μεγάλη που μοσκομυρίζει

Και που ζεστοκοπιέται απ’ τη φωτιά του κέδρου,

Η Καλυψώ η λαμπρόμαλλη πια δε υφαίνει

Με τη χρυσή σαΐτα, πια δεν τραγουδάει

Καλόφωνα· τα χέρια υψώνοντας η νύφη

Τ’ ανάθεμα σκορπίζει καρδιοφλογισμένο

Προς τους ζηλόφτονους θεούς: «Ω λατρεμένοι

Θνητοί από τις θεές που σας μοιράσαν

Την αμβροσία στον Όλυμπο της αγκαλιάς τους,

Απ’ τους ζηλόφτονους θεούς, ω συντριμμένοι

Θνητοί…». Και το θεϊκό τ’ ανάθεμα μαραίνει

Τα δροσερά τα σέλινα και τα γιοφύλια,

Και πάει, και σα θεόργιστο χαλάζι καίει

Στα καρπερά κλήματ’ απάνου τα σταφύλια.

Μόνο τον ξακουστό τον ήρωα απ’ το Θιάκι,

Που διαβατάρης τ’ άναψε, δεν τον ταράζει

Το καρδιοφλογισμένο ανάθεμα της νύφης.

Ο ναυαγός ο θαλασσόδαρτος απόξω

Κάθεται ασάλευτος σαν πάντα κι αγναντεύει

Και την πατρίδα του θυμάται κι όλο κλαίει

Προς το γιαλό και προς τα τρίσβαθα πελάγη.

Κι ο άσπρος γλάρος που με ορμή συχνοβουτάει

Στην άρμη τα φτερά γυρεύοντας τα ψάρια

Και το γεράκι που κουρνιάζει μεσ’ στο δάσος

Κρατάν κι αντιβογγάν του δυνατού το κλάμα…

– Ω το πρωτοφανέρωτο της φαντασίας

Όραμα, ω το ξεσκέπασμα του ωραίου εμπρός μου!

Και να η μελαχρινή και η φτωχοπούλα η χώρα

Στο ολόλευκο νησί της νύφης αλλασμένη,

Και να η παιδούλα η ταπεινή και η ψαροπούλα

Σαν Καλυψώ λαμπρόμαλλη ερωτοκαμένη!

Και να η καρδιά μου μέσα ταξιδεύτρα χίλιων

Τόπων, διψώντας μια πατρίδα, την αγάπη!

Και να από τότε η ψυχή μου αράδα αράδα

Δίχορδη λύρα την πανάρχαιαν αρμονία

Αντιλαλώντας, ή τ’ ανάθεμα ή το κλάμα…

Χαρά και δόξα των καιρών, Όμηρε θείε!

(Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή)

Read Full Post »

(Ναυσικά Ι)

[Οδύσσεια, ζ, 162-163]

ο ιάπωνας μπασό είχε μια μπανανιά

για σπίτι και για όνομα

ο έλληνας φύτεψε μιαν άλλη

στο περιβόλι

χωρίς μεταφυσική

την ήθελε για να ταΐζει το παιδί

ο άλλος έλλην – αχαιός αυτός –

συνάντησε στην ακροποταμιά

στην εκβολή στην θάλασσα μία κόρη φοινικιά

μόνον την φοινικιά της Δήλου ξέρω να ξεπετάγεται

από τη γη

ένας βλαστός καθώς εσύ το δέος να μου προξενεί

 – έτσι της είπε –

καημένη ναυσικά

ούτε που άγγιξε τα γόνατά σου

τα ωραία λόγια άκουσες μία μοναδική φορά

για να τον χάσεις ύστερα για πάντα

τον πεσμένο στα πόδια σου ικέτη

ιδιοκτήτη φορτηγού

ναυαγισμένου καραβιού

ήταν – ποιος άλλος – ο αγαπημένος σου πατέρας

η βέβαιη ώθηση του ξένου στο επέκεινα

από όπου ούτε η βάρκα που τον έπεμψε

ούτε αυτός δεν θα επιστρέψει

γιατί εκείνος προς πέρα – εκεί ήταν ο νόστος του

ο νόστος των ανδρών είναι ο προορισμός τους

μακριά από τη ναυσικά

ξέχνα λοιπόν του ξένου τα όλο μέλι λόγια

προς ώρας φάρμακο για την καρδιά

φάρμακο βέλος να ανοίγει πληγή

αφού ποτέ δεν θα επαναληφθεί

η πράξη σφραγίδα το ανεξίτηλο σημάδι

ενώ εσύ ακόμα αναρωτιέσαι αναπολώντας:

καλύτερα να ήταν που τον γνώρισες;

για τους θνητούς δεν είναι ασπίδα

της ευτυχίας η άγνοια;

Φοίβη Γιαννίση, Ομηρικά

Read Full Post »

Δεν ήτανε πως δεν τον γνώρισε στο φως της παραστιάς· δεν ήταν

τα κουρέλια του επαίτη, η μεταμφίεση, – όχι· καθαρά σημάδια:

η ουλή στο γόνατό του, η ρώμη, η πονηριά στο μάτι. Τρομαγμένη,

ακουμπώντας τη ράχη της στον τοίχο, μια δικαιολογία ζητούσε,

μια προθεσμία ακόμη λίγου χρόνου, να μην απαντήσει,

να μην προδοθεί. Γι’ αυτόν, λοιπόν, είχε ξοδέψει είκοσι χρόνια,

είκοσι χρόνια αναμονής και ονείρων, για τούτον τον άθλιο,

τον αιματόβρεχτο ασπρογένη; Ρίχτηκε άφωνη σε μια καρέκλα,

κοίταξε αργά τους σκοτωμένους μνηστήρες στο πάτωμα, σαν να κοιτούσε

νεκρές τις ίδιες της επιθυμίες. Και: «καλωσόρισες», του είπε,

ακούγοντας ξένη, μακρινή, τη φωνή της. Στη γωνιά, ο αργαλειός της

γέμιζε το ταβάνι με καγκελωτές σκιές· κι όσα πουλιά είχε υφάνει

με κόκκινες λαμπρές κλωστές σε πράσινα φυλλώματα, αίφνης,

τούτη τη νύχτα της επιστροφής, γυρίσαν στο σταχτί και μαύρο

χαμοπετώντας στον επίπεδο ουρανό της τελευταίας της καρτερίας.

Γιάννης Ρίτσος, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα

Read Full Post »

Προσκυνητής

Να γυρίσεις; Ας γυρίσει όποιος έχει

στα όσα χρόνια κι από τέτοιο ένα ταξίδι

κουραστεί απ’ την πορεία και τη λαχτάρα

της γης του, του σπιτιού του, των φίλων του,

της αγάπης, που πιστή τον περιμένει.

Μα εσύ; Να γυρίσεις; Μην το σκέφτεσαι,

παρά τράβα μπροστά ελεύθερος,

διαθέσιμος για πάντα, νιος ή γέρος,

χωρίς γιο να σε ψάχνει όπως τον Οδυσσέα,

χωρίς Ιθάκη ή Πηνελόπη να σε καρτεράνε.

Τράβα, τράβα μπροστά και μη επιστρέφεις,

πιστός στο δρόμο και στη ζωή σου μέχρι τέλους.

Μη νοσταλγείς μια μοίρα, που ‘ναι πιο εύκολη·

τα πόδια σου στη γη που πριν  δεν πάτησες,

τα μάτια σου σ’ αυτό που πριν δεν είδες.

Λουίς Θερνούδα (μτφ. Ηλίας Ματθαίου)

Read Full Post »

Τότε λοιπόν για τη θάλασσα κάτω τραβήξαμε και

Πρώτα το καράβι ερύσαμε κατά τα κύματα των θεών,

Στήσαμε ιστό, ανοίξαμε ιστία στο μαυροκάραβο,

Πήραμε πρόβατα, και μαζί τα κορμιά μας αυτά,

Βαριά το δάκρυ τους, και κατάπρυμος άνεμος

Μάς πήρε ούριος ίσα να πάμε πλησίστιοι πέρα,

Έργο της Κίρκης τα λόγια, θεάς καλλιπλόκαμης.

Καταμεσής εκαθίσαμε, κυβερνήτης ο άνεμος

Πανιά γεμάτα και ποντοπορεύαμε όλη τη μέρα.

Ο ήλιος έγειρε, γύρω η θάλασσα ίσκιωσε πάσα,

Κι ήταν του Ωκεανού τα βαθύρροα πέρατα,

Όπου ανδρών Κιμμερίων η χώρα και η πολιτεία

Καλυμμένη αέρα και σύννεφο, που δε χάραξαν

Ποτέ του φαέθοντα ήλιου αχτίδες γυρίζοντας

Προς ουρανόν αστερόεντα ή κατά γης ουρανόθεν,

Κατασκότεινη νύχτ, κακορόζικη σκέπη.

Παρά ρουν ωκεάνιο, φτάσαμε τότε στον τόπο

Που είχε προείπει η Κίρκη.

Εδώ συλλειτούργησαν, Περιμήδης κι Ευρύλοχος,

Και τραβώντας εγώ κοφτερό σπαθί απ’ το μηρό μου

Έσκαψα όρυγμα στο χώμα ισόπλευρο, πυγούσιο·

Και χοές τότε χύσαμε για τον κάθε νεκρό μας

Πρώτα μελίκρατο, γλυκό κρασί και νερό μ’ άσπρο αλεύρι.

Στου θανάτου τα κάτισχνα πρόσωπα υποσχέθηκα,

Σαν στην Ιθάκη, στείρο βουβάλι και το άριστο

Θα θυσιάσω, θα ρίξω πολλά τ’ αγαθά στην πυρά

Και θα σφάξω ένα μαύρο του Τειρεσία τραγί.

Καταμέλανα αίματα εκύλησαν τότε στο λάκκο,

Από τον Έρεβο κακοθάνατα έθνη νεκρών,

Νύφες και έφηβοι, γέροι που είχαν τραβήξει πολλά·

Ψυχές παρθένων με το πένθος σημάδι νωπό,

Άντρες πολλοί στο χαλκό χαλασμένοι, λείψανα μάχης,

Κουβαλώντας ακόμα τα αιμόρρανα όπλα του Άρη,

Άλλοθεν άλλος περισυνάχτηκαν· με ιαχές

Τρομερές, χλωμός, έκραξα να φέρουνε κι άλλα ζώα.

Σφάξαμε ανήλεα πρόβατα στο χαλκό μας κοπάδια·

Δέρατα κάψαμε, προσευχηθήκαμε στους θεούς μας,

Πλούτωνα τον κραταιό, Περσεφόνη την παινεμένη.

Ξίφος γυμνό και πάσχιζα να μην πλησιάσουν

Των ψυχών τα παράφορα πρόσωπα και τ’ ανήμπορα,

Ως ν’ ακουστεί ο Τειρεσίας.

Ήρθε όμως πρώτος ο Ελπήνωρ, φίλος Ελπήνωρ,

Άταφος, καταγής πεταμένος,

Σώμα που αφήσαμε στα παλάτια της Κίρκης,

Ασαβάνωτος, άκλαυτος, άλλα επείγανε τότε.

Ηλίθιε, φτωχέ μου. Κι είπα φωνάζοντας λόγια πτερόεντα:

«Ήρθες, Ελπήνορα, στη ζοφερή καταχνιά; Πώς;

Πεζοπορώντας πρόφτασες τα καράβια μας;»

            Κι ώμοξε αυτός λόγια βαριά:

«Κακοτυχιά μου, κρασί αθέσφατο. Αποκοιμήθηκα στης Κίρκης

Την παραστιά. Πώς να κατέβω μεγάλη σκάλα, δε νόησα,

Έπεσα καταντικρύ μου, χτύπησα δοκό,

Θρύμματα ο αυχένας μου, κάτω η ψυχή μου του Άδη.

Άκου με όμως, Άνακτα συ, άκλαυτο, άταφο, θυμήσου με,

Όσα τα όπλα μου κάνε σωρό, ακροθαλάσσιο σήμα να λέει:

Άμοιρος άνθρωπος, όνομα εσσόμενο.

Και στον τύμβο στήσε το κουπί που ελάμναμε».

Κι ήρθε η Αντίκλεια, την απόδιωξα, και τότε ο Θηβαίος Τειρεσίας,

Με το σκήπτρο χρυσό, εγνώρισέ με και πρώτος είπε:

«Τι πάλι, δύστηνε; Κακό ριζικό σου,

Άτερπνης χώρας ανήλια πρόσωπα ν’ αντικρίζεις;

Αλλ’ άμε και άσε με να πιω το αίμα,

Να ειπώ χρησμό».

            Και πισωδρόμησα,

Ήπιε το αίμα, δυνάμωσε κι είπε: «Οδυσσεύς

Νοστεί, παρά του θεού το θυμό, σε πόντο ιοειδέα

Ολέσας πάντας εταίρους». Και τότε η Αντίκλεια ήρθε.

Αναπαύου, Divus, τελευτήσω τε και έρξω: Andreas Divus,

In officina Wecheli, 1538, από Ομήρου, εννοώ.

Κι αρμένισε πέρα, down and onward and away, Σειρήνες πέρασε

Κατά την Κίρκη.

            Venerandam,

Φράσεις Kρητός, χρυσοστέφανον Αφροδίτην

Cypri munimenta sortita est, γλυκυμείλιχε, orichalchi, με χρυσά

Ανθέμια και στήθους κόμσημα, ελικοβλέφαρε συ,

Με τη ράβδο χρυσή του Αργειφόντη. Ώστε:

(Έζρα Πάουντ, μτφ. Γιώργος Βάρσος)

Read Full Post »

Αν σ’ ένα βράχο όπου τα βουερά ποτάμια συναντώνται, ο Αχέρων,

Ο Πυριφλεγέθων, ο Κωκυτός, παραπόταμος της Στυγός, σκάψεις

Ένα λάκκο, κάθε πλευρά γύρω στον έναν πήχη, απ’ τις αρθρώσεις των δαχτύλων ως τον αγκώνα,

Και θυσιάσεις ένα κριάρι κι ένα μαύρο αμνό, που τα κεφάλια τους γέρνουν

Προς το απώτατο σκοτάδι, ενώ εσύ κοιτάζεις το νερό,

Κι αρχίσουν να συρρέουν τόσες πολλές ψυχές αναιμικών νεκρών

Που μακριά απ’ το αίμα μόνο με τη λόγχη σου μπορείς να τις κρατήσεις

Κι αναγνωρίσεις ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς τη μητέρα σου,

Και αν, αφού της δώσεις αίμα να πιει και της μιλήσεις για την πατρίδα,

Ορμήσεις τρεις φορές να την αγκαλιάσεις και τρεις φορές

Εκείνη σαν σκιά ή σαν ιδέα χαθεί μέσα απ’ τα χέρια σου

Και τη ρωτήσεις γιατί αποφεύγει το άγγιγμά σου και ξεσπάσεις σε λυγμούς

Γιατί εδώ μπρος στα μάτια σου είναι η μητέρα σου κι ακόμη κι εδώ, στον Άδη

Θα μπορούσατε να παρηγορηθείτε μ’ ένα τρεμάμενο αγκάλιασμα,

Άραγε θα σου πει ότι οι τένοντες δεν συγκρατούν πια τη σάρκα

Και τα οστά της, ότι τα αφάνισε η αμείλικτη φωτιά,

Ότι η ψυχή δραπετεύει σαν όνειρο και φτερουγίζει στον ουρανό,

Ότι αυτό συμβαίνει στα ανθρώπινα πλάσματα όταν πεθαίνουν;

(Michael Longley, μτφ. Χάρης Βλαβιανός)

Read Full Post »