Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ιλιάδα’ Category

Όταν ο λαμπερός Έκτορας πήγε να σηκώσει τον γιο του, το νήπιο

Στριφογύρισε κι έχωσε το κεφάλι στα στήθη της νταντάς του

Κι έβγαλε μια κραυγή, τρομαγμένος απ’ τον πατέρα του, από τον αστραφτερό χαλκό

Και το εφιαλτικό γνέψιμο του αλογότριχου λοφίου.

Ο μπαμπάς του γέλασε, η μαμά του γέλασε, και ο μπαμπάς του

Έβγαλε την περικεφαλαία και την άφησε στο χώμα ν’ αστράφτει,

Ύστερα φίλησε το μωρό και το έπαιξε στα χέρια του και

Προσευχήθηκε ο γιος του, μεγαλώνοντας, να γίνει πιο αιμοδιψής από τον ίδιο.

(Michael Longley, μτφ. Χάρης Βλαβιανός)

Advertisements

Read Full Post »

«Σοι το γέρας πολύ μείζον, 

εγώ δ’ ολίγον τε φίλον τε έρχομ’ έχων…»

Ιλ. Α 167

Ο Αγαμέμνονας

και πάλι τα κατάφερε

Κι ο Αχιλλέας – όπως πάντα –

περιφέρεται ριγμένος

Ένα παιδί που του αρπάζουν

τα παιχνίδια

– το κακόμοιρο.

Όμως ο Αγαμέμνονας

και πάλι τα κατάφερε.

(Τασούλα Καραγεωργίου)

Read Full Post »

Μύθου διάβρωση

Του τραγουδιού οι καμάρες θρυμματίστηκαν,

σωριάστηκε η δροσιά του μοιρασμένη

σ’ αιχμηρά χαλίκια και σε μικρά σύννεφα σκόνης.

Πυρός ο αυλός καίει τις ρώγες των δαχτύλων

και τα χείλη του Πανός

κι οι νύμφες με την κόμη πυρπολούμενη

μεταμορφώθηκαν σε ιέρειες θανάτου.

Ο Ξάνθος μ’ υδρατμούς θρηνεί

τα ψάρια και τα βούρλα του

και κουλουριάζεται σαν φίδι λαβωμένο,

τον οίκτο του Ηφαίστου εκλιπαρώντας.

Φρυγμένη η βλάστηση στον τρωικό τον κάμπο εφέτος.

Το στάρι, πλακωμένο απ’ τα πτώματα

Τρώων κι Ελλήνων, μαραζώνει.

Η μαύρη αγορά, της σιτοδείας γέννημα, δίνει και παίρνει.

Ο κύριος Αγαμέμνων φόρεσε χρυσή μασέλα και χρυσή καδένα,

πουλώντας και στα δυο στρατόπεδα

κονσέρβες σαπισμένου κρέατος,

και η παρθένος Χρυσηίς φθείρει τους πολιορκητές

με αφροδίσια νοσήματα.

Σαν θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος,

σαν θα περάσει στα μουσεία,

με ταριχευμένες κάρες, με μακριά σπαθιά και πανοπλίες,

θα σου μιλήσω για τον έρωτα,

θα σου μιλήσω για τις μικρές,

τρυφερές Κυριακές της άλλης ζωής

που διήνυσα σ’ ένα καλάμι.

Για ην ώρα, σβησμένο το φως

και τα χέρια, χέρια τυφλών,

συλλαβίζουν τη νύχτα.

Αργύρης Χιόνης, Σχήματα απουσίας

Read Full Post »

Σαν στάθηκε ο Πάτροκλος απέναντι στον Έκτορα

κάπου εκεί, στ’ απομεσήμερο της ματωμένης μέρας,

μούγγα τρανή απλώθηκε στο δωδεκάθεο:

Μαχαίρι κόπηκαν τα όλε και τα μπράβο, αγόρι μου

κι ας έκαναν μεγάλο γούστο μέχρι τότε οι αθάνατοι

με τη φάρσα του πιτσιρικά

που από γιουσουφάκι του Αχιλλέα

γύρεψε κι αυτός μια μέρα δόξας.

(Γιατί – γενικώς και αορίστως – πολύ διασκεδάζουν οι θεοί

με τους ανθρώπους που σκοτώνονται στην πεδιάδα.)

Μα τώρα δα τα πράγματα είχανε σοβαρέψει:

Ο Έκτορας ζυγώνει σαν τον κάβουρα·

ταμένο το ‘χει να πολεμήσει με τον Αχιλλέα,

για δέκα χρόνια πλαγιάζει και ξυπνάει με τούτηνα τη σκέψη.

Κι αλίμονο, είναι πολεμιστής δεινός, δεν ήταν Σαρπηδόνας

να φάει φούμο από τα γυαλισμένα τ’ άρματα.

Που λες, δαγκώθηκαν οι θεοί –

γιατί αμφιβολία δεν υπήρχε:

Το συμπαθητικό παλικαράκι θα έτρωγε χώμα,

α, κρίμα, πόσο κρίμα.

Μεμιάς τότε ο Δίας έγνεψε με τα μάτια του Ερμή

να πάει να λυτρώσει την κατάσταση –

είχαν να σκοτωθούν πολλοί τη μέρα εκείνη,

η πλήξη των θεών θα ταϊζόταν με το παραπάνω·

ο Πάτροκλος ας γλύτωνε…

Ευθύς αμέσως ο Ερμής βρέθηκε στο πλάι του Πατρόκλου

και χύμα τού τα ‘πε του μικρού:

«Εντάξει, νεαρέ, το ‘κανες το κομμάτι σου

κι έδωσες μεγάλο ενδιαφέρον στην ημέρα –

μα τώρα είναι η ώρα για να στρίβεις.

Μπροστά στον Έκτορα δε λέει να σταθείς –

κομμάτια  θα σε κάνει, κακομοίρη μου.

Γι’ αυτό σου λέω: εδώ και τώρα βγάλε την περικεφαλαία του Αχιλλέα,

φώναξε δυνατά έ κ π λ η ξ η! – για να το δούνε όλοι

πως δεν είσαι του Πηλέα ο γιος –

κι άρχισε να χασκογελάς, τάχα πως έκανες αστείο.

Έτσι μονάχα θα γλυτώσεις –

τι στο καλό, δε θα το καταδεχτεί ο πρώτος των Τρώων

να πολεμήσει με μια παλλακίδα των Αχαιών…»

Α, κρίμα στη φήμη του Ερμή:

Τα λόγια του διπλά τον φρούμαξαν τον Πάτροκλο.

Τίναξε σαν τρελός το κεφάλι μπρος ο γιος του Μενοίτιου –

νόμιζες πως είχε πυρώσει η περικεφαλαία που φορούσε:

«Αν είσαι άντρας, Έκτορα, έλα,

να βρεις τον θάνατο από το χέρι άντρα…»

Έτσι ούρλιαξε – και μονομιάς

Χύμηξε ο μαύρος στον χαμό του.

Και σαν το αρνί τον σουβλίζει των Τρώων ο αρχηγός·

το αίμα του χοχλακιστό ποτίζει τη ματωμένη πεδιάδα.

Και εξημμένοι βλέπουν οι αθάνατοι.

Κάποτε σηκώνει τα χέρια του ο Δίας και σταματά τη μάχη·

είναι πολλές οι αναπάντεχες οι συγκινήσεις της ημέρας –

αύριο πάλι.

Θανάσης Τριαρίδης, Ich bebe· όταν οι αμαξάδες μαστιγώνουν τ’ άλογα

Read Full Post »

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,

που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,

άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·

η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.

Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,

την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν

τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-

μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-

ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-

εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων

αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»

είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·

καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου

δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.

Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας

πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των

σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». – Όμως τα δάκρυά των

για του θανάτου την παντοτεινή

την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.
(Κ. Π. Καβάφης)

 

Read Full Post »

Η μήνις

Έκλεινε τα μάτια στον ήλιο. Έβρεχε τα πόδια του στη θάλασσα. Πρόσεξε

πρώτη φορά την έκφραση των χεριών του. Μια κρυφή κούραση

φαρδιά σαν την ελευθερία. Απεσταλμένοι

πήγαιναν κ’ έρχονταν, φέρνοντας δώρα και υποσχέσεις,

τάζοντας τίτλους και λάφυρα ανώτερα. Αυτός, αμετάπειστος,

παρατηρούσε ένα καβούρι ν’ ανεβαίνει τρεκλίζοντας σ’ ένα χαλίκι

αργά, καχύποπτα, κι ωστόσο επίσημα, σα ν’ ανηφόριζε την αιωνιότητα.

Δεν ξέραν πως η μήνις ήταν απλώς ένα πρόσχημα.

(Γιάννης Ρίτσος, Μαρτυρίες, β΄)

Read Full Post »