Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Φεβρουαρίου 2010

Ο Δούρειος

Σαν μια σκέψη μες στον γενικότερο χαμό της σκέψης

ή σαν ειρωνεία της μυθιστορίας,

ο ίππος τσούλησε μέσα στο άπαρτο κάστρο της Τροίας

στυφό κουκούτσι μέσα στο καΐσι,

ομίχλη σε αργό αέρα,

άλλο αντί για άλλο.

Απίστευτο να μη του πήραν είδηση,

η κατασκευή τους δεν ήταν άψογη

κι η απόκρυψη των κομάντος όχι τέλεια –

έμπαζε από παντού

και κολλώντας το αφτί άκουγες τις πνιχτές ανάσες

και το βάρος των κορμιών στο κοίλο,

ή σύρσιμο πάνω στο ξύλο

αν και είχαν στρώσει την κοιλιά για ηχομόνωση,

χώρια ότι από τα τελειώματα έβγαινε μπόχα απλυσιάς.

Ένας Τρώας ή μια γυναίκα εκεί,

με μυαλό και όσφρηση, και με την έκτη αίσθηση της εποχής

θα το μυριζόταν ότι οι Αχαιοί είχαν κοντέψει

σ’ απόσταση αναπνοής.

Οι Τρώες, που εγώ τους έζησα στο δημοτικό

στ’ αριστερά θρανία, δεν ξεγελιούνταν.

Απλά δεν αντέχαν κι άλλη παράταση,

έπρεπε να τελειώνει αυτή η ιστορία

για να ξεκινήσει το επόμενο Έπος.

(Μίμης Σουλιώτης, Υγρά)

Read Full Post »

Ραψωδία

Όμηρε θείε, των καιρών χαρά και δόξα!

Στην κρυάδα του σκολειού και του θρανίου τη γύμνια

Όταν μπροστά μου σ’ απιθώσαν του δασκάλου

Τ’ άχαρα χέρια, ως μεγαλόχαρο βιβλίο,

Σε καρτερούσα μάθημα, κ’ εσύ ήρθες θάμα.

Κι άνοιξε μέσα μου ουρανός πλατύς καθάριος

Και πέλαγου ζαφείρι σμαραγδοσπαρμένο,

Και το θρανίο σα να ‘γινε παλατιού θρόνος,

Και κόσμος το σκολειό κι ο δάσκαλος προφήτης.

Διάβασμ’ αυτό δεν ήταν, νόημα δεν ήταν,

Όραμα ήταν κι άκουσμα ήταν χωρίς ταίρι. –

Στη σπηλιά τη μεγάλη που την τριγυρίζει

Δάσος βαθύ από λεύκες κι από κυπαρίσσια,

Στη σπηλιά τη μεγάλη που μοσκομυρίζει

Και που ζεστοκοπιέται απ’ τη φωτιά του κέδρου,

Η Καλυψώ η λαμπρόμαλλη πια δε υφαίνει

Με τη χρυσή σαΐτα, πια δεν τραγουδάει

Καλόφωνα· τα χέρια υψώνοντας η νύφη

Τ’ ανάθεμα σκορπίζει καρδιοφλογισμένο

Προς τους ζηλόφτονους θεούς: «Ω λατρεμένοι

Θνητοί από τις θεές που σας μοιράσαν

Την αμβροσία στον Όλυμπο της αγκαλιάς τους,

Απ’ τους ζηλόφτονους θεούς, ω συντριμμένοι

Θνητοί…». Και το θεϊκό τ’ ανάθεμα μαραίνει

Τα δροσερά τα σέλινα και τα γιοφύλια,

Και πάει, και σα θεόργιστο χαλάζι καίει

Στα καρπερά κλήματ’ απάνου τα σταφύλια.

Μόνο τον ξακουστό τον ήρωα απ’ το Θιάκι,

Που διαβατάρης τ’ άναψε, δεν τον ταράζει

Το καρδιοφλογισμένο ανάθεμα της νύφης.

Ο ναυαγός ο θαλασσόδαρτος απόξω

Κάθεται ασάλευτος σαν πάντα κι αγναντεύει

Και την πατρίδα του θυμάται κι όλο κλαίει

Προς το γιαλό και προς τα τρίσβαθα πελάγη.

Κι ο άσπρος γλάρος που με ορμή συχνοβουτάει

Στην άρμη τα φτερά γυρεύοντας τα ψάρια

Και το γεράκι που κουρνιάζει μεσ’ στο δάσος

Κρατάν κι αντιβογγάν του δυνατού το κλάμα…

– Ω το πρωτοφανέρωτο της φαντασίας

Όραμα, ω το ξεσκέπασμα του ωραίου εμπρός μου!

Και να η μελαχρινή και η φτωχοπούλα η χώρα

Στο ολόλευκο νησί της νύφης αλλασμένη,

Και να η παιδούλα η ταπεινή και η ψαροπούλα

Σαν Καλυψώ λαμπρόμαλλη ερωτοκαμένη!

Και να η καρδιά μου μέσα ταξιδεύτρα χίλιων

Τόπων, διψώντας μια πατρίδα, την αγάπη!

Και να από τότε η ψυχή μου αράδα αράδα

Δίχορδη λύρα την πανάρχαιαν αρμονία

Αντιλαλώντας, ή τ’ ανάθεμα ή το κλάμα…

Χαρά και δόξα των καιρών, Όμηρε θείε!

(Κωστής Παλαμάς, Ασάλευτη ζωή)

Read Full Post »